συνεθισμός


συνεθισμός
συν-εθισμός, , Angewöhnung womit oder wozu, Gewohnheit

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συνεθισμός — habituation masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεθισμός — ὁ, ΜΑ [συνεθίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνεθίζω* …   Dictionary of Greek

  • συνεθισμοῦ — συνεθισμός habituation masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεθισμῶν — συνεθισμός habituation masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεθισμῷ — συνεθισμός habituation masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεθισμόν — συνεθισμός habituation masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσιώ — (I) άω, Α [φῡσα] 1. αναπνέω έντονα και με δυσκολία, ασθμαίνω 2. συρίζω («φυσιόωσα ἔχις», Οππ.) 3. μτφ. αλαζονεύομαι, επαίρομαι. (II) όω, Α [φύσις] κάνω κάποιον να αντιμετωπίζει κάτι με φυσικό τρόπο («διὰ τῆς φαντασίας συνεθισμὸς φυσιοῖ πως ἡμᾶς… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.